English version
Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΟ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΕΘΝΟΓΡΑΦΙΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΘΕΑΤΡΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ > ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΛΙΛΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΙΗΣΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ EΓΚΛΗΜΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΟΙΝΟΙ ΤΟΠΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ, Κ.Ε.ΜΕ.

Αναζήτηση:  

e-mail:  

Δείτε τον κατάλογό μας
Δείτε τον κατάλογό μας

Βρείτε μας στο Facebook!

Βρείτε μας στο Facebook!


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΜΑΡΤΙΝ ΤΖΕΫ
Η διαλεκτική φαντασία
Μια ιστορία της Σχολής της Φρανκφούρτης & του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας
1923-1950

Πρόλογος, μετάφραση: Φώτης Τερζάκης
Επιμέλεια: Κώστας Λιβιεράτος, Γιώργος Σαγκριώτης
Προοίμιο: Max Horkheimer



ISBN: 960-221-190-3
Διαστάσεις: 24Χ17
Σελίδες: 426
Έκδοση: 2009
Τιμή: 30,00 €



Πληροφορίες και σχόλια:


Η κλασική μελέτη του μνημειώδους πνευματικού, πολιτιστικού αλλά και πολιτικού εγχειρήματος που αποτέλεσε η «Σχολή της Φρανκφούρτης». Ανασύνθεση των πρώτων χρόνων του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας στη Γερμανία και της περιόδου της εξορίας του στις ΗΠΑ - με επιλεκτικές προβολές στη μετέπειτα ιστορία του πίσω στην Ευρώπη. Πολυδιάστατη εξιστόρηση της ζωής και ανασύνθεση των ιδεών και του έργου σημαντικών φυσιογνωμιών της σύγχρονης σκέψης όπως ο Χορκχάιμερ, ο Αντόρνο, ο Μπένγιαμιν, ο Μαρκούζε, ο Φρομ, ο Λόβενταλ, και πολλοί άλλοι.
 
 «... Σήμερα, η τεράστια δημοσιότητα των γραπτών τους μας κάνει να ξεχνάμε πόσο πρόσφατο γεγονός ήταν η "ανακάλυψη" και η συνακόλουθη κανονικοποίησή τους στο φιλοσοφικό πάνθεο του αιώνα. Σ' αυτήν την "ανακάλυψη" υπάρχει ένα βιβλίο που έπαιξε ανυπολόγιστα σημαντικό ρόλο: είναι ακριβώς Η διαλεκτική φαντασία του Μάρτιν Τζέυ, που έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα στα ελληνικά.
      Ανάμεσα σε όλους τους τόμους που έχουν γραφτεί για τη Σχολή της Φρανκφούρτης και που σήμερα έχουν κομβική θέση στη σχετική βιβλιογραφία, το βιβλίο του Τζέυ μπορεί να χαρακτηριστεί αρχετυπικό ...
      Το βιβλίο εστιάζει στα ίδια τα πρόσωπα αναδεικνύοντάς τα σε ένσαρκες παρουσίες, ανθρώπους που ο αναγνώστης νιώθει ότι συνάντησε πραγματικά, συνομίλησε μαζί τους και είδε μικρές ανθρώπινες στιγμές τους, μακριά από τη φετιχισμένη ηχώ των ονομάτων· ζωντανεύει ένα πλήθος μικροπεριβάλλοντα, οικογενειακές σχέσεις, πνευματικούς κύκλους και επιρροές, κρατώντας πάντα στο βάθος σταθερή την ευρύτερη ιστορική εικόνα. Πάνω απ' όλα, συλλαμβάνει τις ιδέες εν τη γενέσει τους, φωτίζει την ασυνείδητη προϊστορία τους, τις ακολουθεί σε όλα τα βήματα της διαμόρφωσής τους, εκεί που τέμνεται η ατομική βιογραφία με τον ιστορικό ορίζοντα μιας εποχής, καθιστά ορατές τις δυνάμεις, τη βία, αν θέλετε, που τις επέβαλε και τις έκανε αναπόδραστες τη συγκεκριμένη στιγμή στους συγκεκριμένους ανθρώπους ...
     Δεν υπάρχει σύγγραμμα προσφορότερο για μια εισαγωγική γνωριμία με αυτό το ρεύμα ιδεών, ούτε πέτυχε ποτέ κανένας άλλος μια τόσο απλή, ωστόσο πιστή και περιεκτική, έκθεση αυτής της φιλοσοφίας σε όλες τις πολλαπλές και αλληλένδετες πτυχές της. Απ' αυτήν την άποψη, μπορεί να αποτελέσει μοναδικό παιδαγωγικό σύγγραμμα -αυτό είναι ίσως το μυστικό της αντοχής του στο χρόνο- ενώ για τον ειδικό μελετητή παρουσιάζει πάντα έναν τέτοιο πλούτο πραγματολογικών λεπτομερειών που κρατάει αδιάπτωτο μέχρι τέλους το ενδιαφέρον ...»
                               ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ (από τον Πρόλογο για την ελληνική έκδοση)                   
                                               
«... Η διαλεκτική φαντασία είχε σίγουρα γραφτεί με την ελπίδα να μεταδώσει το απτό εκείνο αίσθημα της έξαψης και της υπόσχεσης που ένιωθα καθώς έφερνα στο φως και προσπαθούσα να ξεδιαλύνω ένα τόσο ριζικά ασυνήθιστο και προκλητικό σώμα έργων. Μολονότι η ακριβής ιστορική στιγμή των κεντρικών φυσιογνωμιών της Σχολής είχε όντως παρέλθει (στο βαθμό που το κύριο έργο τους είχε ήδη γραφτεί και πολλοί δεν ζούσαν πλέον), μου φαινόταν πως η υποδοχή και η οικειοποίηση αυτού του έργου ήταν ακόμη υπόθεση του μέλλοντος. Το βιβλίο γράφτηκε, εν μέρει τουλάχιστον, με την ελπίδα να διευκολύνει αυτή τη διαδικασία, αλλά χωρίς να ενθαρρύνει τον άκριτο δογματισμό που χαρακτήριζε τόσες άλλες προσπάθειες εγκόλπωσης της μαρξιστικής θεωρίας.
      Η προσδοκία αυτή πραγματοποιήθηκε υπερβαίνοντας και τις πιο μεγαλεπήβολες φαντασιώσεις μου, καθώς η Σχολή της Φρανκφούρτης δεν άργησε να αναδυθεί στο επίκεντρο ενός έντονου, σύγχρονου όσο και ιστορικού, ενδιαφέροντος ...
      Έχει σημασία για την κατοπινή μοίρα της Διαλεκτικής φαντασίας ότι η υποδοχή της Κριτικής Θεωρίας δεν εξαντλήθηκε στη φάση της ανάκτησης και αφομοίωσης του Δυτικού Μαρξισμού κατά τη δεκαετία του 1970 ... η Σχολή της Φρανκφούρτης κατάφερε να γίνει ένα διαρκές και αναπόσπαστο στοιχείο του θεωρητικού τοπίου στα τέλη του εικοστού αιώνα. Παρότι η συνοχή που εμφάνιζε ως μία μονολιθική σχολή σκέψης μπορεί να φαίνεται λιγότερο αυτονόητη σήμερα απ' ότι όταν πρωτάρχισα να γράφω την ιστορία της, οι γενικές τάσεις της Κριτικής Θεωρίας παραμένουν αναγνωρίσιμες ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ακόμη κι αν το έργο της έχει υβριδιοποιηθεί και αμαλγαματωθεί με άλλες θεωρητικές κατευθύνσεις.
     Ένας από τους κυριότερους λόγους για τη συνεχιζόμενη απήχηση της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι ακριβώς ο πλούτος και η ποικιλία του έργου που συντελέστηκε υπό την αιγίδα της ...
     Μια άλλη αιτία της αμείωτης δύναμης της Σχολής είναι η αξιοσημείωτη ποιότητα της δουλειάς που γίνεται από τόσους επιγόνους της, και όχι μόνο στην Ευρώπη και την Αμερική ... καμία συγκρίσιμη παράδοση σκέψης δεν κατόρθωσε να ανανεωθεί διατηρώντας τέτοιο σφρίγος και προσφεύγοντας τόσο λίγο στην ευλαβική επανάληψη του δόγματός της όσο εκείνη της οποίας την πρώιμη ιστορία προσπάθησε να ανιχνεύσει τούτο το βιβλίο.
      Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη εξήγηση για την πεισματική επιβίωση του ενδιαφέροντος για την Κριτική Θεωρία, το οποίο της επέτρεψε να παραμείνει κραταιή ακόμη και όταν το ευρύτερο επιστημολογικό παράδειγμα του Δυτικού Μαρξισμού έχασε την ορμή του: η αναπάντεχη ανταπόκρισή της στις έγνοιες και τις αγωνίες μιας εποχής που οι απαρχές της διαφαίνονταν μόνο αμυδρά, ή και καθόλου, όταν πρωτοκυκλοφόρησε η Διαλεκτική φαντασία ...»
       ΜΑΡΤΙΝ ΤΖΕΫ (από τον πρόλογο στη νεότερη έκδοση του 1996)



«Όσοι συνδέθηκαν κάποτε με το Ινστιτούτο, εφόσον είναι ακόμη ζωντανοί, θα σας είναι οπωσδήποτε ευγνώμονες διότι θα αναγνωρίσουν μέσα στο βιβλίο σας μια ιστορία των δικών τους ιδεών.»
Max Horkheimer

«Ξαναδιάβασα το βιβλίο σας και εντυπωσιάστηκα ακόμη περισσότερο απ' ό,τι την πρώτη φορά. Ένα εκπληκτικό παράδειγμα επιστημοσύνης χωρίς πλήξη, αντικειμενικότητας και αγάπης για το θέμα.»
Herbert Marcuse

«Μια γοητευτική και αναντικατάστατη συμβολή στην κατανόηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης.»
Raymond Williams

«Ένα σημαντικό βιβλίο, πλούσιο σε νέα υλικά και μετρημένο στις κρίσεις του, που θα συμβάλει τα μέγιστα όχι μόνο στην αφομοίωση του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης από το σκεπτόμενο κοινό αλλά και στην αποσαφήνιση των ζητημάτων που εγείρει αυτό το έργο.»
Fredric Jameson

«Φαντασία, προσωπική εμπλοκή και εξαιρετική προσοχή στα ιστορικά γεγονότα ... Σ' αυτή την πρωτοποριακή ιστορία της Σχολής της Φρανκφούρτης ο Μάρτιν Τζέυ  ... παρουσιάζει όλες τις αρετές της υπομονής, της επιμέλειας, της απλόχερης ανεκτικότητας και της αγάπης για τα δεδομένα που χαρακτηρίζουν τον αγγλοαμερικανικό εμπειρισμό.
Alasdair MacIntyre

Μια ανεκτίμητη αναδρομή στις ρίζες των πιο ζωντανών στοιχείων της σημερινής κοινωνικής σκέψης.
George Steiner

  
 
Ποια είναι η λεγόμενη Σχολή της Φρανφούρτης; Τι κοινό έχουν μεταξύ τους προσωπικότητες τόσο μοναδικές και έργα τόσο ετερόκλητα, που εκτείνονται από τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την πολιτική επιστήμη ώς τη μουσικολογία και τη λογοτεχνική κριτική; Τι σχέση έχει η έννοια της μονοδιάστατης κοινωνίας του Μαρκούζε με το μοντέλο του κρατικού καπιταλισμού του Πόλλοκ; Ή η κριτική του Αντόρνο στη μουσική του Στραβίνσκυ με την επίθεση του Χορκχάιμερ στη φιλοσοφική ανθρωπολογία του Σέλερ; Ή οι θέσεις του Φρομ για τον σαδομαζοχιστικό χαρακτήρα με τις κρίσεις του Λόβενταλ για την πεζογραφία του Χάμσουν; Ή ακόμη οι παρατηρήσεις του Μπένγιαμιν για τα τραυματικά σοκ που επιφέρει ο σύγχρονος τρόπος ζωής με τα πορίσματα της ψυχοκοινωνικής έρευνας για την Αυταρχική προσωπικότητα;
   Ο Μάρτιν Τζέυ απαντά σε αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα, παρουσιάζοντας την ιστορία του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας από την ίδρυσή του το 1923 στη Φρανκφούρτη και τη μετεγκατάστασή του το 1934 στις ΗΠΑ μέχρι  την επιστροφή του στη Γερμανία το 1950. Αυτό που εντοπίζει ανάμεσα στους πρωτεργάτες της Κριτικής Θεωρίας είναι ένα υπόβαθρο παραδοχών και εννοιών που διαμεσολαβεί ακόμη και τις αιχμηρές διαφωνίες τους, μια κοινή θεωρητική και πρακτική στάση που συμπυκνώνει στην πιο καθαρή μορφή τους τα διλήμματα της αριστερής διανόησης στον εικοστό αιώνα.
   Ήδη πριν πάρουν το δρόμο της εξορίας, οι συνεργάτες του Ινστιτούτου ήταν κατά κάποιο τρόπο εξόριστοι από τον εξωτερικό κόσμο, ως επακόλουθο της αντίστασης που επέμειναν να προβάλλουν, όσο ελάχιστοι όμοιοί τους, στις αφομοιωτικές δυνάμεις της κυρίαρχης κουλτούρας. Ίσως γι' αυτό η ζωή και το έργο τους -πτυχές που συνυφαίνονται τόσο συναρπαστικά σ' αυτό το βιβλίο- δεν έπαψαν να εμπνέουν κάθε νεότερη γενιά ριζοσπαστών διανοουμένων (από τη Νέα Αριστερά μέχρι τους «μεταμοντέρνους»), στην αναπόφευκτη αναμέτρησή της με τα ζητήματα που εκείνοι προδρομικά αντιμετώπισαν.  
                                                                                    (Από το εσώφυλλο της έκδοσης)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΡΤΙΚΑΣ, ΑΥΓΗ 7/2/2010

Η Σχολή της Φραγκφούρτης και η Κριτική θεωρία
 
Η σχολή της Φραγκφούρτης είναι η πιο φημισμένη ομάδα αιρετικών στοχαστών με αριστερό στίγμα, και ο Μάρτιν Τζέυ είναι αδιαμφισβήτητα ο κλασικός ιστορικός της. Υπό μία έννοια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ένα μεγάλο μέρος της φήμης που απέκτησε η σχολή οφείλεται στη Διαλεκτική φαντασία του Μάρτιν Τζέυ.

Ο Τζέυ είναι η προσωπικότητα που με αξιοζήλευτη φροντίδα συνέλεξε, μεσούσης της κοσμογονίας του '68, το σκόρπιο ίσαμε τότε έργο όσων πλαισίωσαν τη σχολή στα πιο δημιουργικά της χρόνια (1923-50) για να το εκθέσει μέσα σε μια ολοκληρωμένη αφήγηση, με αρχή, μέση και τέλος. Η εξιστόρησή του αρχίζει με ορισμένα σταθερά μοτίβα κι ανοίγει για να προστεθούν χαρακτήρες και σκηνές ενός δράματος, για το οποίο δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε πως αντιστοιχεί στην τραγικότητα του ριζοσπαστικού δυτικού στοχασμού. Μέσα από τη διήγηση του Τζέυ βλέπουμε όχι μόνον να εκτυλίσσεται η περιπετειώδης ιστορία αυτών των Γερμανοεβραίων διανοητών, που το αποτύπωμά τους φέρουν ορισμένα από τα μείζονα έργα του εικοστού αιώνα, μα και το αντικειμενικό πνεύμα το οποίο έμελλε σιγά-σιγά να σβήσει μαζί με όσους αγωνίστηκαν για να το κατανοήσουν και να περισώσουν την αρνητική του στιγμή.

Την περίοδο κατά την οποία ο Τζέυ συνέθετε το έργο του (1968-73) μεσουρανούσε το αστέρι του Χέρμπερτ Μαρκούζε σε Αμερική και Ευρώπη, ο οποίος χάρη στον Μονοδιάστατο άνθρωπο είχε αναδειχθεί σε μέντορα της νέας αριστεράς. Την ίδια εποχή, οι δύο βασικοί στυλοβάτες της σχολής, ο Χόρκχαϊμερ και ο Αντόρνο, είχαν διανύσει για μία ακόμη φορά τον Ατλαντικό και βρίσκονταν εγκατεστημένοι στη Φραγκφούρτη. Είχαν πλέον κερδίσει την επίσημη αποδοχή μα και την αμφισβήτηση από το καινοφανές τότε νεολαιίστικο κίνημα. (Ένα ανέκδοτο της εποχής θέλει τον Αντόρνο να έχει υποστεί καρδιακό επεισόδιο ύστερα από χάπενινγκ φοιτητριών στη διάρκεια του μαθήματός του το 1968, πράγμα μάλλον ανακριβές, οπότε κι έγραψε το ελεγειακό δοκίμιό του «Παραίτηση», ενώ έναν χρόνο μετά απεβίωσε).

Ο Μάρτιν Τζέυ συνδέθηκε στενά στην Αμερική με ένα από τα βασικά μέλη του κύκλου της Φραγκφούρτης, τον Λέο Λόβενταλ, ο οποίος του παρείχε ένα πλήθος πληροφοριών και υλικού για να γράψει την ιστορία του Ινστιτούτου και τον έφερε σε επαφή με τα περισσότερα από τα επιζώντα μέλη και συνεργάτες του. Η αφήγηση αρχίζει από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Ινστιτούτου, το 1923, στο εργαστήρι των εξελίξεων του δυτικού πολιτισμού: τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Το Ινστιτούτο ιδρύεται αφού έχει εξασφαλίσει την ανεξαρτησία του (οικονομική και θεσμική) από το πανεπιστήμιο, μια και όσοι το συναπαρτίζουν έχουν την πεποίθηση ότι η έρευνα και η διδασκαλία είναι αδύνατον να προχωρήσει με βάση τις παραδεκτές πανεπιστημιακές κατευθύνσεις. Έκτοτε παρέμεινε αταλάντευτο στην αρχή της ανεξαρτησίας του, γεγονός στο οποίο οφείλει κι ένα μεγάλο μέρος της δημιουργικότητας και του κύρους του. Το πρόταγμά του ήταν η μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων σε μια νέα προοπτική, πρόταγμα που θα περάσει μέσα από μια σειρά αναθεωρήσεις, για να καταλήξει σε μια ανθρωπολογική κριτική της κυριαρχίας και του δυτικού ανθρώπου εν γένει.

Αυτή η εξέλιξη στη σκέψη των βασικών συντελεστών του βρίσκεται σε αμοιβαία σχέση με την περιπλάνηση των μελών και του Ινστιτούτου, μετά την άνοδο του ναζισμού, σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης και κατόπιν στην Αμερική. Εκεί, οι εκπατρισμένοι στοχαστές θα προχωρήσουν σε μια σειρά καινοφανών μελετών, συνδυάζοντας την ψυχανάλυση με τον μαρξισμό, αλλά πάντοτε με αναφορά στις ευρωπαϊκές παραδόσεις. Συγχρόνως, θα διεξάγουν εμπειρικές έρευνες, σε συνεργασία με αμερικανικά ιδρύματα και φορείς. Τα συμπεράσματά τους θα εδραιώσουν την απαισιοδοξία για την πράξη, για τη δυνατότητα πραγμάτωσης θεωρητικών συλλήψεων από κάποιο υποκείμενο (κατ' ουσίαν οι εμπειρικές έρευνές τους έχουν σαν στόχο να επικυρώσουν τις θεωρητικές συλλήψεις τους). Κοινή διαπίστωσή τους είναι ότι η κατίσχυση του υποκειμενικού ή εργαλειακού λόγου στο ευρωπαϊκό στερέωμα έχει ως υπεραναπλήρωμά της σ' αυτήν την ήπειρο την άλλη όψη της παρακμής του αστικού ατόμου, την ακμαία πολιτιστική βιομηχανία.

Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι οι κοινοί τόποι του στοχασμού τους διόλου δεν αίρουν τις αντιθέσεις και διαφωνίες που οδήγησαν στην περαιτέρω επεξεργασία τους. Ο Μάρτιν Τζέυ παρακολουθεί κατά πόδας όλη αυτή την ιστορική περίοδο και παρουσιάζει εκτενώς τις διαφορετικές θεωρητικές συλλήψεις των μελών, καθώς και τις θεωρητικές συγκρούσεις τους: τις αντιθετικές φιλοσοφικές ερμηνείες του Έριχ Φρομ και του Μαρκούζε για την ψυχανάλυση, τη διαμάχη μεταξύ του Πόλλοκ και του Νόυμαν για την ερμηνεία του ναζισμού και κατ' επέκταση του φιλελευθερισμού, θεωρητικές έριδες που σιγά-σιγά απομάκρυναν τον κύριο κορμό της σχολής από τον μαρξισμό και έφεραν μια σειρά από αναμεταξύ τους ρήξεις.

Η οδύσσεια τριών δεκαετιών δεν έφτασε στο τέλος της με τον μεταπολεμικό επαναπατρισμό της μερίδας των μελών του Ινστιτούτου που έλεγχε και τις κατευθύνσεις του. Ακολουθώντας τη δική τους αλληγορική ερμηνεία της ομηρικής Οδύσσειας στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, θα 'λεγε κανείς ότι η συνέχεια της επανόδου τους αντιστοιχεί στην αναμέτρηση του Οδυσσέα με τους επίδοξους μνηστήρες. Ωστόσο, όπως τονίζει κατ' επανάληψη ο Τζέυ, για τους ίδιους η επιστροφή στη Γερμανία ήταν λύτρωση, αφού η γερμανική γλώσσα τούς καθόριζε, ήταν ο «οίκος του είναι» τους, για να δανειστούμε μια έκφραση του Χάιντεγγερ, ο τόπος όπου μπορούσαν να εκφράσουν την αλήθειά τους. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η επίσημη Γερμανία είχε την ανάγκη να εξιλεωθεί για τη ναζιστική πολιτική της και να επανασυνδεθεί με το φιλοσοφικό παρελθόν της· άρα είχε κάθε λόγο να τους δεχθεί με τιμές και δόξες. Η αφήγηση του Τζέυ τελειώνει ουσιαστικά σ' αυτό το σημείο, όταν η καθαρή θεωρία της σχολής αρχίζει να γίνεται το κυρίαρχο υπόδειγμα ακαδημαϊκού και ριζοσπαστικού στοχασμού. Οι επισημάνσεις του γι' αυτήν την περίοδο είναι αναντίρρητα καίριες κι αντικατοπτρίζουν μεγάλο μέρος της αλήθειας για το ιστορικό παρόν της σχολής:

Τη στιγμή κατά την οποία η μεταπολεμική αναγέννηση του μαρξιστικού «παραδείγματος» έχανε την κυρίαρχη θέση της, η σχολή της Φραγκφούρτης εξακολούθησε να παίζει πρωτεύοντα ρόλο για πάνω από μια δεκαετία. Με μελαγχολία θυμάται κανείς ότι υπήρξε καιρός που προϋπόθεση για τις κάθε λογής σταδιοδρομίες ήταν και το «τσιτάρισμα» κάποιου, πολλές φορές άσχετου, εδαφίου από τους αστέρες της σχολής. Πολλά έχουν λεχθεί γύρω απ' αυτά. Γεγονός όμως είναι ότι η αρνητική στάση των ίδιων έναντι της πράξης ή της πολιτικής και συνάμα η αρνητική υποδοχή κάθε νεωτερισμού στην κουλτούρα, άφηναν ανοιχτή την πόρτα για κάθε λογής ελιτισμό και μάλιστα από ανθρώπους που δεν διέθεταν καν μία ανάλογη κουλτούρα, αλλά απλώς οι υπολογισμοί τους βολεύονταν με το άρωμα μιας αριστερίζουσας απαισιοδοξίας.

Το σίγουρο είναι ότι η σοσιαλδημοκρατική στροφή της δεύτερης γενιάς, με ηγετική φυσιογνωμία τον Γιούργκεν Χάμπερμας, άσκησε σημαντική επιρροή στα ακαδημαϊκά πράγματα και σε φιλόδοξους ακτιβιστές. Η «έφοδος στους θεσμούς» σχετίζεται με το δικό του εγχείρημα. Όμως ο θλιβερός απολογισμός ήταν η κυριαρχία του ακραίου κυνικού λόγου, για τον οποίο ασφαλώς ο ίδιος δεν ευθύνεται, πέρα από το γεγονός ότι επέμενε να δείχνει κληρονόμος μιας παράδοσης την οποία είχε μεταποιήσει κατά το δοκούν. Έχοντας ως βάση την επικοινωνία, κατασκεύασε μια θεωρία που συγχέει το δέον με την πραγματικότητα και ό,τι την καθορίζει. Η περίφημη ανάλυση των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, ότι η άλλη όψη του καντιανού δέοντος είναι ο ντε Σαντ, δηλώνει τη μοίρα όσων από τον ακραίο επαναστατικό ή μεταρρυθμιστικό ηθικισμό πέρασαν στις ελίτ των νεόπλουτων, αλλά συγχρόνως χλευάζει κι εκείνους που νόμιζαν ότι είναι σε θέση να τη διαψεύσουν.

Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, δεν μπορεί να ξεχνά κανείς ότι για όσους δεν έστερξαν στα κελεύσματα της νέας τάξης η κριτική θεωρία ήταν μια παρηγοριά μέσα στη λαίλαπα των τελευταίων δεκαετιών. Κι όχι μόνον· γιατί η ανθρωπολογική κριτική της κυριαρχίας έγινε το όχημα μετάβασης στην έρευνα για τις επιμέρους εκφάνσεις της στις σφαίρες του πολιτικού, του κοινωνικού και βέβαια της αισθητικής θεωρίας.

Έχει περάσει πάνω από μια δεκαετία απ' όταν ο Τζέυ, κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, μου παραχώρησε προς δημοσίευση μια διάλεξή του για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, έναν στοχαστή στενά συνδεδεμένο με τη σχολή. Η διάλεξη αυτή κυκλοφόρησε στην ελληνική πριν από το πρωτότυπο αγγλικό. «Αναρωτιέμαι», μου έγραφε τότε, «τι θα έλεγε ο Μπένγιαμιν σ' αυτήν την περίπτωση, που η αναπαραγωγή προηγείται του πρωτότυπου». Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για το δικό του έργο από την αντίστροφη σκοπιά, καθώς η δημοσίευσή του στην ελληνική γλώσσα έρχεται εκ των υστέρων να σφραγίσει τρεις δεκαετίες γόνιμων ερευνών και μεταφράσεων για τη σχολή της Φρανκφούρτης με βάση το δικό του σύγγραμμα. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, που η έκδοση της Διαλεκτικής φαντασίας στην ελληνική έρχεται, αφού έχει προηγηθεί τεράστιος όγκος μελετών για τη σχολή (διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα) και τα βασικά έργα έχουν πια μεταφραστεί, ο Τζέυ διατηρεί τη δύναμη της αίγλης του πρωτότυπου έργου σε σχέση με την πιο τέλεια αναπαραγωγή.

Ήταν και πάλι ο Μπένγιαμιν που έγραφε ότι «το καθήκον του μεταφραστή [...] είναι να ελευθερώσει μέσα στη δική του γλώσσα εκείνη την καθαρή γλώσσα που βρίσκεται κάτω από την επήρειά της [...] αναδημιουργώντας εξαρχής αυτό το έργο». Ο Τζέυ θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος, γιατί η μετάφραση του Φώτη Τερζάκη και όσων τον συνέδραμαν επιτέλεσε στο ακέραιο αυτό το καθήκον. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει για το σύνολο της κοπιώδους εργασίας όσων, ο καθένας ανάλογα με της δυνάμεις του, μόχθησαν να ελευθερώσουν στην ελληνική γλώσσα τα μηνύματα της κριτικής θεωρίας.

*Ο Γιώργος Μερτίκας είναι δοκιμιογράφος και μεταφραστής

 

 


ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΛΑΚΟΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 26/02/2010

Η Σχολή της Φρανκφούρτης και η Κριτική θεωρία είναι συγκοινωνούντα δοχεία και η πρώτη δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τη δεύτερη. Η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν μια νεο-μαρξιστική κοινωνική θεωρία, που από πολύ νωρίς έδειξε την άρνησή της να συμβιβαστεί τόσο με τον καπιταλισμό όσο και με τον σοβιετικό σοσιαλισμό, προωθώντας εναλλακτικές λύσεις για τη βελτίωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι επιδράσεις της Σχολής ήταν πολλές η αντιθετικιστική κοινωνιολογία, η ψυχανάλυση, η υπαρξιακή φιλοσοφία, μεταξύ άλλων. Ομως το βασικό στήριγμα της σχολής υπήρξε η κριτική θεωρία που στόχο είχε την αναμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας μέσω της κριτικής της και αντιτίθετο στις παραδοσιακές (επιστημονικές, θετικιστικές) θεωρίες που λένε μόνο πώς τα πράγματα είναι και όχι πώς οφείλουν να είναι.

Το Ινστιτούτο Κοινωνικής Ερευνας, εντός του οποίου γεννήθηκαν οι ιδέες της Σχολής τής Φρανκφούρτης, προσπάθησε να αναδιαμορφώσει τη διαλεκτική ως μέθοδο. Η διαλεκτική μέθοδος, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι η τάση της Εννοιας να αρνείται τον εαυτό της ως αποτέλεσμα της εσωτερικής αντίφασης που τη διέπει· η Ιστορία κινείται διαλεκτικά, μέσα από θέσεις και αντιθέσεις (αντιφάσεις), προς τη σύνθεση του παρόντος, πράγμα που σημαίνει πως η Ιστορία για τον Χέγκελ είναι το καθεστώς τής εν τω χρόνω έλλογης πραγμάτωσης της ανθρώπινης ελευθερίας. Αυτή η άποψη αντιμετωπίστηκε σκωπτικά από τους Νεοεγελιανούς, που έβλεπαν σε αυτήν την έμμεση νομιμοποίηση της χριστιανικής θεολογίας και του πρωσικού κράτους, καθώς κι έναν εξεζητημένο τρόπο να προστατευτεί με κάθε κόστος η Εννοια του Απολύτου. Γι' αυτούς η πραγματικότητα του παρόντος ήταν κατά πολύ πιο παράλογη, και σταδιακά, μέσω του Μαρξ, οδηγήθηκαν στην έννοια του διαλεκτικού ματεριαλισμού, που αποδέχεται τη θέση πως οι υλικές και διαλεκτικές αντιφάσεις του καπιταλισμού θα οδηγήσουν αυτομάτως στην άρση του και στην κατάργησή του. Για τους θεωρητικούς της Φρανκφούρτης η υιοθέτηση της διαλεκτικής μεθόδου προϋποθέτει να εφαρμοστεί το σχήμα που προτάσσει στον ίδιο της τον εαυτό. Με αυτό τον τρόπο, αν δηλαδή υπάρξει μια μέθοδος που να «διορθώνει» εσφαλμένες διαλεκτικές ερμηνείες, μπορεί να βελτιωθεί η πραγματικότητα. Ετσι, αντίθετα με τους ορθόδοξους μαρξιστές που προτάσσουν την πράξη, η Σχολή της Φρανκφούρτης υποστηρίζει πως πράξη και θεωρία είναι αλληλένδετες.

Το βιβλίο του Μάρτιν Τζέυ, καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, Η διαλεκτική φαντασία μελετά το πνευματικό, πολιτιστικό και πολιτικό εγχείρημα που αποτέλεσε τη Σχολή της Φρανκφούρτης, από την ίδρυση του το 1923 στη Γερμανία και τη μετεγκατάστασή το 1934 στις ΗΠΑ μέχρι την επιστροφή του στη Γερμανία το 1950, και είναι μια πολυδιάστατη ανασύνθεση των ιδεών και του έργου σημαντικών φυσιογνωμιών της σύγχρονης σκέψης, όπως ο Αντορνο, ο Μπένγιαμιν, ο Μαρκούζε, ο Φρομ, ο Λόβενταλ, με κύριο άξονα την προβολή του κοινού υπόβαθρου παραδοχών και εννοιών, που διαμεσολαβεί ακόμη και τις πιο αιχμηρές διαφωνίες των πρωταγωνιστών του.

 

 

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2/4/2010


Ιδέες Τάσεις

Η εποχή της τόλμης
Διαβάζω, δεύτερη φορά έπειτα από μια ημιτελή νεανική απόπειρα, το συναρπαστικό βιβλίο τού Martin Jay για την ιστορία της σχολής τής Φρανκφούρτης.
Ο συγγραφέας του, νέος ερευνητής στα τέλη του '60, πρόλαβε να συνομιλήσει με τους επιζώντες της πρώτης γενιάς της Κριτικής θεωρίας, να έλθει σε επαφή με τους διάσημους αλλά και τους πιο αφανείς, ακολουθώντας τα ίχνη των εννοιών και τις διαδρομές των προσώπων που συνθέτουν μία από τις λαμπρότερες σελίδες τής ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής σκέψης. Και έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης εξακολουθεί να εντυπωσιάζει.

Χορκχάιμερ, Αντόρνο, Μαρκούζε, Λόβενταλ, Πόλοκ και στον περίγυρο ο Μπένγιαμιν, ο Κιρχάιμερ, ο Νόιμαν και άλλοι. Ολοι γεννημένοι γύρω στα 1900, τέκνα αφομοιωμένων Γερμανοεβραίων οι περισσότεροι. Η διαλεκτική φαντασία, που είναι ο τίτλος του βιβλίου, θα μπορούσε πιστεύω να συμπληρωθεί με ακόμα μία φράση: η εποχή της τόλμης. Μιλώ βεβαίως για την τόλμη της σκέψης να αναμετρηθεί ακόμα και με όσα πληγώνουν τις βαθύτερες ελπίδες της, να ανοιχτεί σε ενδεχόμενα που τραυματίζουν τη διαλεκτική και να αντιμετωπίσει τα προσωπεία τού πολιτικού κακού.

Από την απόσταση των πολλών δεκαετιών, μικρή σημασία έχει πια η περίφημη διαπίστωση των «αδιεξόδων» τα οποία χρεώθηκαν σε αυτήν τη στιγμή της σκέψης, ιδιαίτερα ως προς το κεφάλαιο της σχέσης ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Ούτε νομίζω ότι μειώνει τη συμβολή της το ότι η λεγόμενη Κριτική θεωρία αντιμετωπίστηκε συχνά ως μια σειρά ακραίων αποκρίσεων στα σοκ τής εποχής των άκρων. Το βέβαιο είναι ότι η ιστορία της σχολής τής Φρανκφούρτης παραμένει δυσανάγνωστη αν παραγνωρίσει κανείς το βάρος των δοκιμασιών που έπληξαν την ανθρωπότητα στον Μεσοπόλεμο. Σε αυτό το πλαίσιο, μια συγκεκριμένη γενιά, ένας γαλαξίας εξόριστων δημιουργικών πνευμάτων, έστησε γέφυρες ελευθερίας ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Οι συζητήσεις, οι έρευνες, οι αποσπασματικές τους κρούσεις σε όλα σχεδόν τα μέτωπα της κοινωνικής σκέψης φωτίζουν τις γραμμές των μεγάλων μεταβάσεων, από τις οποίες δεν έχουμε ακόμα ξεμπερδέψει. Η μια πλευρά αφορά, πράγματι, το πέρασμα από το φιλελεύθερο στο αυταρχικό κράτος, από τα παλαιά καθεστώτα της ευρωπαϊκής τάξης στη συγκυρία των φασισμών. Η άλλη πλευρά ωστόσο έχει να κάνει με τον κλονισμό των αρχών και των αξιών της μοντέρνας αστικής κοινωνίας, με την κρίση του Λόγου. Θέματα όπως οι αλλαγές στα πρότυπα της αυθεντίας, η άνοδος ενός μαζικού ατομικισμού και η χρεοκοπία του ιδεώδους της «αυτόνομης προσωπικότητας» αγγίζουν ουσιώδη ερωτήματα που εκκρεμούν και σήμερα, και όχι κάποιο μακρινό ληγμένο παρελθόν.

Η προσφορά των συγκεκριμένων στοχαστών δεν είναι λοιπόν ένα παράταιρο κεφάλαιο στην ιστορία του δυτικού μαρξισμού. Το στίγμα της σχολής δεν ήταν ποτέ απλή υπόθεση. Οι οπαδοί της μαρξιστικής επιστήμης αποτάσσονται την πολιτισμική απαισιοδοξία τους με τον ίδιο τρόπο που οι φιλελεύθεροι αδυνατούν διαχρονικά να χωνέψουν όσους δεν έγιναν οργανικοί διανοούμενοι της «πλουραλιστικής δημοκρατίας». Οι συντηρητικοί ποτέ τους δεν κατάφεραν να συμφιλιωθούν με την προάσπιση του αισθητικού μοντερνισμού. Και για να έλθουμε στο σήμερα, πολλοί από τους ριζοσπάστες των αρχών του 21ου αιώνα δεν ανέχονται τον ευρωκεντρισμό και την ελιτίστικη στόφα τής ευαισθησίας των ανθρώπων της Κριτικής θεωρίας.

Σε κάθε περίπτωση ένα έργο όπως του Jay αποκαθιστά την πληθωρική φυσιογνωμία μιας μεγάλης διανοητικής περιπέτειας. Αναδεικνύει εντέλει τις εντάσεις οι οποίες σφραγίζουν την ιστορία της σχολής τής Φρανκφούρτης. Διαφορετικές ευαισθησίες, πολιτικές αποκλίσεις, προσωπικές απομακρύνσεις ή στενές φιλίες έχουν εδώ τον ρόλο και τη σημασία τους. Αλλά οι εντάσεις αυτές υπήρξαν πρώτα από όλα κριτικές απορίες που γεννήθηκαν από το ίδιο το υπό έρευνα αντικείμενο. Για παράδειγμα, ποια μπορεί να είναι η κατεύθυνση που θα πάρουν οι νέες μορφές τεχνολογικής και κοινωνικής κυριαρχίας; Ενα τέτοιο ερώτημα προβάλλει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '30. Η εξάπλωση του φασισμού, η στερέωση του σταλινισμού, η τερατώδης εμπειρία του πολέμου και των στρατοπέδων συγκέντρωσης έστρεψαν την προσοχή προς την «προτεραιότητα της πολιτικής επί της οικονομίας». Το γραφειοκρατικό κράτος, ο αυταρχικός διοικούμενος κόσμος, ο άνωθεν επιβαλλόμενος κομφορμισμός φαντάζουν αρχικά ως οι πιθανότερες εκδοχές τού μέλλοντος. Υστερα όμως ήλθε η μεταπολεμική συνθήκη της ευημερίας και οι νέες ισχυρές γλώσσες της απόλαυσης, της διαφήμισης, της ποπ κουλτούρας. Αναδύεται η εποχή όπου το άτομο δεν απειλείται από την παρεμπόδιση αλλά από τη φαντασμαγορική επιβεβαίωση του ατομικισμού. Θα έλεγε κανείς ότι το πνεύμα της «Φρανκφούρτης» προσέκρουσε σε αυτές τις δύο διαφορετικές εικόνες για το τι θα συμβεί. Αλλοτε υπερισχύει το σενάριο μιας ισοπεδωτικής «κολεκτιβιστικής» μηχανής που συνεχίζει τον δρόμο της ανεξάρτητα από επιμέρους πολιτικές και θεσμικές μορφές. Αλλοτε πάλι ανιχνεύονται οι ιδιαίτερες λειτουργίες των ήπιων κομφορμιστικών συστημάτων, των σχηματισμών εξουσίας που βασίζονται στην «καταπιεστική ανοχή» και όχι στη βία και την ποδηγέτηση.

Εχει νόημα να επιστρέφει κανείς σε αυτόν τον ορίζοντα της κριτικής γνώσης; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική.

 


Ο Martin Jay γεννήθηκε το 1944 στη Νέα Υόρκη. Σπούδασε στο Union College και στο Harvard. Έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Αγγλίας και από το 1982 είναι καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϋ. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία της American Historical Association (1973), της Academy of Literary Studies (1986) και της American Academy of Arts and Sciences (1996). Συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή των επιθεωρήσεων Theory and Society και Cultural Critique. Έργα του είναι: The Dialectical Imagination, A History of the Frankfurt School and the Institute of  Social Research, 1923-1950 (1973) (ελλ. έκδ.: Η διαλεκτική φαντασία, Αλεξάνδρεια), Marxism and Totality: The Adventures of a Concept from Lucats to Habernas (1984), Adorno (1984), Permanent Exiles: Essays on the Intellectual Migration from Germany to America (1985), Fin-de-Sciècle Socialism and Other Essays (1988), Force Fields: Between Intellectual History and Cultural Criticism (1933), Downcast Eyes: The Denigration of Vision in Twentieth-Century French Thought (1993), Cultural Semantics: Keywords of the Age (1998), Refractions of Violence (2003), Songs of Experience: Modern American and European Variations on a Universal Theme (2004)


©2016 Alexandria Publications • Created & Hosted by Ιωάννης Ε. Ξανθός & Κορινθόραμα